Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Πως θυμάμαι τον Ανδρέα Παπανδρέου...

Αναδημοσίευση από το προσωπικό μου λογαριασμό στο facebook :
Γεννήθηκα το Μάιο του 1990. Δεν έζησα τον Ανδρέα Παπανδρέου και ούτε ήμουν σε ηλικία ικανή ώστε να κρίνω το ύφος αλλά και τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα της διακυβέρνησης του.
Κι όμως τον Ανδρέα Παπανδρέου τον γνώρισα από κοντά…
Τον γνώρισα στα 18 μου, όταν ως φοιτητής της Νομικής, ξεφύλλισα τις πρώτες σελίδες του Συνταγματικού, του Οικογενειακού, του Διοικητικού και Εργατικού Δικαίου.
Κάθε φορά που διάβαζα για την ψήφο στα 18, την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, τη Συνταγματική Αναθεώρηση του 1985 με την εισαγωγή του πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου διακυβέρνησης -που ουδείς έκτοτε αμφισβήτησε-, τη θεσμοθέτηση της ισότητας των φύλων στην εργασία, την αναμόρφωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, την κατάργηση της προίκας, τον πολιτικό γάμο και την προοδευτική μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου, μάθαινα και από λίγο για τον Ανδρέα.
Τον συνάντησα λίγο μετά, όταν συμμετείχα στα όργανα Συνδιοίκησης του Πανεπιστημίου με την ψήφο των συμφοιτητών μου δυνάμει του Ν.1268/1982 που εκδημοκράτισε το δημόσιο ακαδημαϊκό χώρο και διαμόρφωσε μια νέα κουλτούρα στο Πανεπιστήμιο. Την κουλτούρα της συνεργασίας των πρωταγωνιστών της εκπαιδευτικής διαδικασίας, των φοιτητών και των καθηγητών. Μια πραγματική θεσμική τομή που δυστυχώς όμως σε ορισμένες περιπτώσεις μετατράπηκε σε πελατειασμό και σε συναλλαγή.
Τον Ανδρέα Παπανδρέου τον θυμάμαι και τον ξαναγνωρίζω κάθε φορά μέσα από τις διηγήσεις του παππού και της γιαγιάς, των απλών ανθρώπων που τον πίστεψαν και τον αγαπούσαν.
Είναι οι διηγήσεις εκείνων που φοβούνταν ακόμη και να αγοράσουν την εφημερίδα της αρεσκείας τους πριν τη Μεγάλη Δημοκρατική Αλλαγή του 1981. Την Αλλαγή που εμπέδωσε την ειρηνική εναλλαγή στην εξουσία διαφορετικών κομμάτων και θωράκισε το Δημοκρατικό Πολίτευμα.
Είναι οι μνήμες, των ανθρώπων που κυνηγήθηκαν για τις ιδέες τους από το κράτος του Χωροφύλακα και των Δελτίων «Κοινωνικών» Φρονημάτων.
Των ανθρώπων που ο Ανδρέας στήριξε με προοδευτικές, κοινωνικές μεταρρυθμίσεις όπως το Εθνικό Σύστημα Υγείας και τοΑΣΕΠ και εκείνοι του το ανταπέδωσαν με την αγάπη τους.
Με τον Ανδρέα Παπανδρέου ξανασυναντηθήκαμε αργότερα, όταν ήθελα να γνωρίσω τον κόσμο ως ταξιδευτής.
Ήταν τότε που σε κάποιο βαγόνι ένος τρένου για τη Βιέννη, ένας Ινδός φοιτητής μου μίλησε για τη φιλία του με την δική του Ίντιρα Γκάντι και για την κίνηση των 6 για την Παγκόσμια Ειρήνη που ανέλαβαν από κοινού με τον Ούλωφ Πάλμε.
Τον Ανδρέα, τον μαθαίνω ξανά σήμερα, όταν στο μεταπτυχιακό μου στο Δίκαιο και την Οικονομία διαβάζω για το ακαδημαϊκό του έργο στο Harvard και στο Berkeley γνωρίζοντας μάλιστα ότι σε ηλικία μόλις 25 ετών ήταν ένα από τα πέντε μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας στη διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς. Τη διάσκεψη που σχεδίασε ολόκληρη την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομίας ως τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1970.
Πολλά μπορεί να αποδώσει κανείς στον Ανδρέα Παπανδρέου είτε θετικά είτε και αρνητικά.
Το ίδιο άλλωστε, συμβαίνει με όλους του ανθρώπους.
Πόσο μάλλον με τις μεγάλες και ηγετικές προσωπικότητες που ποτέ μα ποτέ δεν είναι μόνο ένας άνθρωπος αλλά πολλοί, συμπυκνωμένοι σε ένα πρόσωπο.
Οι δικές μου θέσεις και απόψεις είναι λίγο-πολύ γνωστές.
Αυτό όμως που κρατώ από τον Ανδρέα Παπανδρέου δεν είναι τόσο τα λόγια των φίλων του αλλά αυτά των αντιπάλων του.
Γιατί ίσως εκεί να κρύβεται και η μεγαλύτερη ειλικρίνεια σχετικά με αυτό που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από το μύθο και τη λαϊκή δοξασία για εκείνον που οι πολίτες αγάπησαν και ταυτίστηκαν μαζί του.
Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ, τον Ανδρέα Παπανδρέου, θα τον θυμάμαι πάντα για εκείνα τα λόγια της πιο μεγάλης ιδεολογικής του αντιπάλου και γκουρού του νεοφιλελευθερισμού.
Είναι τα λόγια της κυρίας Μάργκαρετ Θάτσερ:
«Δεν τον συμπάθησα, αλλά ποτέ δεν έφυγε από Διάσκεψη Κορυφής της ΕΟΚ, χωρίς να πάρει κάτι για τη χώρα του».
ΥΓ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου γεννήθηκε σαν σήμερα στη Χίο το 1919.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Σοσιαλδημοκρατία χωρίς εγωισμούς

Αναδημοσίευση από το ΑΠΕ - ΜΠΕ
Το πολιτικό κενό που αφήνει πίσω του η διάψευση των προσδοκιών που δημιούργησε ο ΣΥΡΙΖΑ, η ιστορική δικαίωση των επιλογών της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου και η ανάγκη για μεταρρυθμιστική πολιτική με κοινωνικό πρόσημο, κάνει πολλούς να μιλούν ξανά για τη Σοσιαλδημοκρατία και την «Κεντροαριστερά».
Ωστόσο, το λάθος που συχνά καταγράφεται σε αυτές τις συζητήσεις, είναι ότι φτάνουν τελικά να γίνονται με ποδοσφαιρικούς και όχι με πολιτικούς όρους. Μιλούν πολλοί για τα πρόσωπα αλλά δεν μιλούν για πολιτικές ιδέες. Δεν μιλούν για προτάσεις που αφορούν τις αγωνίες των πολιτών, αλλά μάλλον τις ανασφάλειες των επαγγελματιών της πολιτικής.
Δεν κάνουν έτσι, ούτε σοβαρή κριτική στο κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο και κυρίως ούτε πολιτική αυτοκριτική.
-   Γιατί για ποια Σοσιαλδημοκρατία μπορούμε σήμερα να μιλάμε, όταν αυτή η ίδια έχει παραιτηθεί από το πολιτικό της οπλοστάσιο, όταν έχει παραιτηθεί από το παραδοσιακό εργαλείο αναδιανομής του πλούτου μέσω της φορολογίας;
-   Ποια σοσιαλδημοκρατία μπορεί άραγε, να ελέγξει το μεγάλο κεφάλαιο, όταν αυτό μπορεί να συναλλάσσεται με τροπικούς ή και εγγύτερους σε εμάς φορολογικούς παραδείσους με ένα απλό κλικ σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή;
-   Ποιο κοινωνικό μοντέλο μπορεί να διατηρήσει το κράτος πρόνοιας, να διασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη και το υψηλό επίπεδο προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων όταν από τη μια έχει να ανταγωνιστεί το νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό μοντέλο της Δύσης και κυρίως τον αυταρχικό, δεσποτικό καπιταλισμό των χωρών της Ανατολικής Ασίας;
Πρόκειται για ερωτήματα όχι θεωρητικά ή φιλοσοφικά, αλλά ουσιαστικά και κρίσιμα, καθώς συμπυκνώνουν στην πράξη το δίλημμα της πρόσφατης διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Που δεν είναι άλλο, από τη σύγκρουση της Ρύθμισης με την «ελευθερία» ή καλύτερα με την Ασυδοσία των Αγορών. Είναι το δίλημμα που άλλωστε, αποτελεί και σημείο τομής της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας και διαχωρίζει την Πρόοδο από τη Συντήρηση.
Γι' αυτό και η απάντηση σ΄ αυτά τα ερωτήματα δεν αποτελεί μια ιδεολογική πολυτέλεια για τις προοδευτικές δυνάμεις στη χώρα μας αλλά αδήριτη ανάγκη.
Γιατί ακριβώς, στην Ελλάδα του μαύρου χρήματος, της υπερφορολόγησης των οικονομικά ασθενέστερων και του ταυτόχρονου πρωταθλητισμού σε καταθέσεις σε τράπεζες της Ελβετίας ή του Λουξεμβούργου, οι αναγκαίες διακρατικές συνεννοήσεις για τον έλεγχο του μεγάλου κεφαλαίου και τη συμμετοχή του στο χρέος της κοινωνικής αλληλεγγύης δε συνιστούν απλά απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα.
Είναι και παραμένουν ο μόνος αξιόπιστος και ρεαλιστικός δρόμος για μια πιο κοινωνικά δίκαιη και πιο ήπια οικονομική προσαρμογή.
Δρόμος που μοιραία περνά μέσα από τα ευρωπαϊκά fora και όργανα καθώς αναφέρεται σε προβλήματα που απασχολούν το σύνολο της ευρωπαϊκής κοινότητας.
Πρόκειται για προβλήματα που υπερβαίνουν τα στενά σύνορα της πατρίδας μας και που καμιά χώρα δεν μπορεί να λύσει μόνη αλλά μόνο ενώνοντας τις φωνές της με άλλες.
Είναι αυτές οι ίδιες οι προκλήσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε, εκείνες που μας υποδεικνύουν συγχρόνως και ποια θα πρέπει να είναι η διεθνής μας στρατηγική ως χώρα. Δηλαδή, η σταθερή μας προσήλωση στο ευρωπαϊκό ιδεώδες και η αλλαγή αρχιτεκτονικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε έναν υπερεθνικό, μεταρρυθμιστικό οργανισμό της παγκόσμιας οικονομίας, με ταυτόχρονη επιτάχυνση της πολιτικής της ενοποίησης.
Υποδεικνύουν όμως και κάτι ακόμα.
Ότι δεν μπορεί να υπάρξει σοσιαλδημοκρατία ούτε στη χώρα μας ούτε πουθενά, χωρίς ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή και διεθνή ατζέντα.
Σε εθνικό επίπεδο ωστόσο, η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία λίγο φαίνεται να νοιάζεται για όλα αυτά. Μοιάζει πιο πολύ χαμένη στους εγωισμούς των αρχηγών και των αρχηγίσκων της.
Μόνος τρόπος για την υπέρβαση αυτών των διαφορών χωρίς ουσιαστικό πολιτικό χαρακτήρα, αποτελεί η επαναφορά του δημοσίου διαλόγου σε πολιτικά πλαίσια, η επιστροφή στην πολιτική. Να μιλήσουμε δηλαδή επιτέλους για τις πολιτικές, το ρόλο, την ταυτότητα και τη θέση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας στον εθνικό μας πολιτικό χάρτη.
Θέση που δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στα αριστερά του πολιτικού εκκρεμούς. Με σταθερό μέτωπο απέναντι στις δυνάμεις της απορρύθμισης. Αλλά και απέναντι στο δήθεν «αριστερό» ή δεξιό λαϊκισμό που δε γνωρίζει παράταξη, όπως απέδειξαν όσοι προεκλογικά έσκιζαν τα μνημόνια στο Ζάππειο ή την Ομόνοια μόνο και μόνο για να τα ξανακολλήσουν, αυτή τη φορά από τα έδρανα της κυβέρνησης. Είναι αυτή μάλιστα η πολιτική τοποθέτηση που υπαγορεύει τις αποστάσεις τόσο από τη Νέα Δημοκρατία όσο και τις ενδεδειγμένες πολιτικές συμμαχίες με κόμματα, κινήσεις και κυρίως κοινωνικές ομάδες. Τοποθέτηση, σύμφωνη με την ιστορική διαδρομή της δημοκρατικής παράταξης καθώς και με την ευρωπαϊκή εμπειρία αν κρίνουμε από τις εξελίξεις στην Ισπανία και την Πορτογαλία.
Γιατί δεν μπορούν κάποιοι να αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί, να μιλούν για Κεντροαριστερά και ταυτόχρονα να φαντασιώνονται ως υποψήφιο πρωθυπουργό των Σοσιαλιστών, τον Κυριάκο Μητσοτάκη ή παλιότερα, τον Αντώνη Σαμαρά.
Σε κάθε περίπτωση, η πρόσκληση για ενότητα δεν μπορεί να αφορά συγκολλήσεις κορυφής, άθροισμα φιλοδοξιών και απολίτικους αποκλεισμούς λόγω προσωπικών εγωισμών όπως έγινε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Οι πρόσκαιρες επικλήσεις στην Κεντροαριστερά, οι διαρροές και η επιλογή συνομιλητών για να αντλήσει κανείς όψιμα εκλογικά οφέλη δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος για την ενότητα. Γιατί ακριβώς δεν απευθύνεται στους πολίτες αλλά σε μάλλον «ανύπανδρους» προξενητές ενός γάμου που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη δική τους προσωπική αποκατάσταση.
Ούτως ή άλλως, η ενότητα είναι πάντα ένα ερώτημα που αφορά τη βάση και μπορεί να το απαντήσει μόνο η ουσιαστική ανταπόκριση των πολιτών σε μια νέα πολιτική και κοινωνική συμμαχία. Γι΄ αυτό και τη λύση δεν θα έρθει με παρασκηνιακές συνεννοήσεις. Θα έρθει με την προσφυγή στη βάση, σε μια ανοιχτή πολιτική διαδικασία με τη θεσμική συμμετοχή όλων κομμάτων και κινήσεων του χώρου που θα αποφασίσει από την αρχή για όλους και για όλα. Δημοκρατικά και συντεταγμένα. Από το όνομα, τα σύμβολα, τους επικεφαλής, τα όργανα και κυρίως τις πολιτικές, τους κοινοβουλευτικούς στόχους της επιδιωκόμενης αυτής προοδευτικής συμμαχίας.
Αυτή άλλωστε είναι και μια πολιτική πρακτική που εγκαινίασε πρώτη η κεντροαριστερά, σχεδόν 10 χρόνια νωρίτερα με την εκλογή του Γιώργου Παπανδρέου ως προέδρου του ΠΑΣΟΚ μέσα από μια διαφανή και αδιάβλητη διαδικασία που πλέον υιοθετείται ακόμη και από συντηρητικά κόμματα όπως η ΝΔ.
Χρειάζεται ακόμη μια Προγραμματική Συμφωνία των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς, ένα ουσιαστικό χρονοδιάγραμμα προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Ένας πολιτικός χάρτης για τη μετάβαση στην μεταπελατειακή Ελλάδα όπου θα επαναπροσδιορίσουμε όλοι μαζί, στην πράξη και όχι με αόριστες διακηρύξεις, την ταυτότητα μας και θα ορίσουμε εκ νέου τι σημαίνει «Πρόοδος» και τι «Συντήρηση».
Σε μια τέτοια πολιτική συμφωνία χωρούν όλοι όσοι επιθυμούν και μπορούν να απαντήσουν στο ερώτημα «ποια σοσιαλδημοκρατία θέλουμε».
-    Μια σοσιαλδημοκρατία που εκπροσωπεί τη Διαύγεια και θα αγωνιστεί για να κατοχυρωθεί συνταγματικά όπως έγινε με τη μεγάλη μεταρρύθμιση του ΑΣΕΠ
                                                  ή
-    μια σοσιαλδημοκρατία στα λόγια, που θα είναι έτοιμη την παρακάμψει όπως τρεις φορές επιχείρησε να κάνει ο κ. Μητσοτάκης και συνεχίζει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ;
-    Θέλουμε μια σοσιαλδημοκρατία του opengoverment και της επιλογής με βιογραφικό σε κορυφαίες λειτουργίες της Δημόσιας Διοίκησης
                                                   ή
-    ένα μόρφωμα που θα συνεχίσει την παλαιοκομματική λογική του διορισμού συγγενών και φίλων όπως έγινε στο πρόσφατο παρελθόν με το 4-2-1 της τρικομματικής κυβέρνησης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ;
Πρέπει ακόμη, έχοντας γνώση πως ζούμε στην Ελλάδα του μικρομέγαλου διπολισμού, να συναποφασίσουμε την κοινή μας στρατηγική σε ενδεχόμενη ανάγκη συμμετοχής σε ένα ευρύτερο κυβερνητικό σχήμα.
Όχι υπό την έννοια της επιλογής της συμπόρευσης με τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Αλλά με τη λογική της διαμόρφωσης των όρων της σύμπραξης. Όροι που θα προασπιστούν το προγραμματικό πλαίσιο των μεγάλων αλλαγών που χρειάζεται η χώρα μας και ταυτόχρονα θα σέβονται την εμπιστοσύνη των προοδευτικών πολιτών και την πολιτική μας φυσιογνωμία.
Κάτι τέτοιο μπορεί και πρέπει να γίνει με τη συμμετοχή των πολιτών της κεντροαριστεράς και τη συμφωνία για διενέργεια εσωτερικού δημοψηφίσματος που θα εγκρίνει τους όρους της όποιας συνεργασίας και θα έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Μ' αυτό τον τρόπο και ακολουθώντας το πρόσφατο παράδειγμα του SPD, θα λύσουμε θεσμικά και δημοκρατικά και το ζήτημα του διακριτού κι αυτόνομου λόγου αποφεύγοντας την ενσωμάτωση σε συντηρητικές νοοτροπίες, σε αριστερόστροφους ή δεξιόστροφους «Μπαλτάκους» όπως συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν.
Με τέτοιες προτάσεις και με βασική προϋπόθεση την προσφυγή στην ετυμηγορία των δημοκρατικών πολιτών θα οικοδομηθεί η ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων. Αυτό που απομένει είναι η βούληση.
Είναι η δική μας πολιτική δέσμευση - όχι μόνο των ηγεσιών αλλά καθενός πολίτη ξεχωριστά -, η δική μας απάντηση στα υπαρξιακά διλήμματα του προοδευτικού χώρου που θα ανοίξει το δρόμο για ένα σύγχρονο πολιτικό Κίνημα, για μια Σοσιαλδημοκρατία που θα απαντά στα προβλήματα των πολιτών και όχι σε μεμονωμένα πρόθυμα στελέχη. Μια Σοσιαλδημοκρατία που θα είναι αντίβαρο στον εθνολαϊκισμό των ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ αλλά και τη γαλάζια όψη των αντιμνημονιακών μύθων των «Ζαππείων» που συνιστά η νεοφιλελεύθερη και πελατειακή συνταγή της ΝΔ.
Τη Σοσιαλδημοκρατία που επιτέλους θα απευθύνεται ξανά στους ανθρώπους και όχι σε καρέκλες υποψήφιων αξιωματούχων της όποιας κυβέρνησης.
Μια Σοσιαλδημοκρατία χωρίς εγωισμούς.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Το opengoverment πρέπει να νικήσει

Όταν ο Γιώργος Παπανδρέου διόριζε με βιογραφικό και opengoverment τους διοικητές των νοσοκομείων κάποιοι αντιδρούσαν.

Αντιδρούσε πριν από όλα το ίδιο του το κόμμα, εθισμένο σε μια παλαιοκομματική πρακτική.
Αντιδρούσε το "ΠΑΣΟΚ" του Βενιζέλου και της υπουργού της κυβέρνησης Σαμαρά, Φώφης Γεννηματά, όταν μαζί με τη ΔΗΜΑΡ εφάρμοσαν το περίφημο 4-2-1 κι επανέφεραν στην πράξη τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων στη Δημόσια Διοίκηση.
Είναι γνωστή η υπόθεση με το mail Χατζησωκράτη.

Αντιδρά σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ όταν κάνουν το ίδιο με τους δικούς τους αφισοκολλητές και αυτούς που τους βαρούν παλαμάκια σε διάφορα νυχτερινά κέντρα.

Το ίδιο άλλωστε έκανε πιο πριν -σε υπερθετικό βαθμό- ο Κώστας Καραμανλής με τη λογική των "γαλάζιων παιδιών" και της "επανίδρυσης" του κράτους. Τη λογική των αθρόων πελατειακών διορισμών που καλούνται να πληρώσουν σήμερα οι επόμενες γενιές.

Το ίδιο έκαναν νωρίτερα όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις με εξαίρεση μόνο μια.

Αυτή του Γιώργου Α. Παπανδρέου.

Σήμερα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται ως άλλες "μωρές παρθένες" έναντι του ΣΥΡΙΖΑ όταν πρώτα από όλους αντέδρασαν αυτά και κατήργησαν επί της ουσίας μια νεωτερική πρακτική για να εφαρμόσουν ακριβώς τα ίδια με την παρούσα κυβέρνηση.

Άραγε όμως σε ποια προηγμένη χώρα του κόσμου στη διοίκηση νοσοκομείων ή άλλων οργανισμών διορίζονται αποτυχημένοι πολιτευτές ή φίλοι κι όχι άνθρωποι που πληρούν επιστημονικά, γνωστικά κι επαγγελματικά προσόντα?

Ως πότε κάποιοι θα αντιδρούν στην πρόσληψη με αντικειμενικά και τεχνοκρατικά κριτήρια και θα επιμένουν στο παλιό, αναποτελεσματικό και ξεπερασμένο σύστημα των κομματικών διορισμών?

Για πόσο ακόμα θα επιλέγονται οι αρεστοί κι όχι οι άριστοι σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής?

Κι όμως πάντα θα υπάρχει αντίδραση.

Αντίδραση όσο δεν συγκρουόμαστε με τον πελατειασμό και την παρασιτική λογική κομμάτων που δεν απευθύνονται σε πολίτες αλλά σε πελάτες.

Όσο δεν τελειώνουμε με την εμφυλιοπολεμική αντίληψη του κράτους ως "φέουδο" της παρέας που ασκεί τη νομή της πολιτικής εξουσίας.

Γι ΄αυτό το opengoverment είναι ένα σήμείο τομής.

Σημείο τομής για να αποφασίσουμε αν συμπρατασσόμαστε με την πρόοδο ή με την ποικιλόχρωμη "αντίδραση".
Σημείο τομής για να ορίσουμε τι είναι τελικά παλιό και τι νέο στην πολιτική.

Είναι ακόμη, ένα καλός λόγος όχι για κροκοδείλια δάκρυα μα για συλλογική αυτοκριτική, αιτία για να υπερβούμε το παρελθόν και όλα όσα μας έφεραν ως εδώ.

Γι' αυτό και το opengoverment και η κουλτούρα του πρέπει να νικήσει! 

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Η χώρα χρειάζεται έναν ιστορικό συμβιβασμό

Ασχέτως του τι πιστεύει κάνεις για τον κύριο Τσίπρα ως πολιτικό καθώς και για την πορεία της κυβέρνησης και της χώρας αυτούς τους τελευταίους μήνες, δεν μπορεί να παραβλέπει την ανάγκη για εθνική συναίνεση και να εμμένει στα πρόσωπα και τους κομματικούς εγωισμούς. Γιατί η χώρα χρειάζεται πράγματι ένα γενναίο ιστορικό συμβιβασμό.

Πρέπει δηλαδή να κάνει αυτό που δεν έκανε 5 χρόνια τώρα, διχασμένη στα ψέμματα, το λαϊκισμό, στο δήθεν "αντιμνημονιακό" παραλήρημα.

Όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν χρέος να έλθουν σε μια πολιτική συμφωνία στα αυτονόητα. Μια συμφωνία για βασικές μεταρρυθμίσεις ώστε να μη χαθούν οι θυσίες των πολιτών που θα συνεχίσουν να γεμίζουν με "μέτρα" το τρύπιο βαρέλι των προϋπολογισμών. Μια συμφωνία στα πλαίσια της κοινής λογικής και της αλήθειας των αριθμητικών δεδομένων.

Γιατί αν μέχρι σήμερα μέσα από τα "Ζάππεια", το σκίσιμο των μνημονίων, την καθυστέρηση αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών η χώρα χάσει κι άλλο πολύτιμο χρόνο, τότε δεν θα έχει χάσει μόνο 5 χρόνια αλλά μια ολόκληρη γενιά. Μια γενιά νέων εργαζομένων και επιστημόνων που ακολουθούν ήδη το δρόμο της φυγής σε μια νέα μεγάλη, "ακαδημαϊκή" αυτή τη φορά, μετανάστευση. Κι όλα αυτά μάλιστα τη στιγμή που άλλες οικονομικά ευάλωτες χώρες βρίσκουν σιγα-σιγα το δρόμο της ανάπτυξης μακρυά από τη θεσμική επιτροπεία όπως συμβαίνει στην Πορτογαλία ή την Κύπρο.

Γι' αυτό είναι τουλάχιστον υποκριτικό οι πολιτικές δυνάμεις που ως κυβέρνηση στηλίτευαν δικαιολογημένα το ΣΥΡΙΖΑ για την τότε στάση του, να μετατραπούν με τη σειρά τους από την ασφάλεια των εδράνων της αντιπολίτευσης σε ένα άλλο "γαλαζοπράσινο" ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί ποιον άραγε θα συνέφερε και συμφέρει μια τέτοια στάση?

Συμφέρει σίγουρα εκείνους που θέλουν να κερδοσκοπήσουν πολιτικά ή αλλιώς σε βάρος του ελληνικού λαού. Είναι μια προσοδοφόρος εκδοχή για το κομματικό χρηματιστήριο των μετοχών του εκάστοτε πολιτικού αρχηγού.Είναι η πεπατημένη, ο εύκολος και σίγουρος δρόμος που ακολούθησαν οι κύριοι Σαμαράς, Τσίπρας και Καμμένος για να έρθουν στην εξουσία.

Δε συμφέρει όμως την Ελλάδα και τους πολίτες. Δε συμφέρει μια κοινωνία και μια οικονομία που δεν αντέχει νέους Βαρουφάκηδες, δεν αντέχει άλλο λαϊκισμό και κοινωνική διαίρεση ιδίως όταν παραμονεύει ο εφιάλτης του νεοναζισμού και της τυφλής αντικοινοβουλευτικής βίας όπως είδαμε πρόσφατα με την περίπτωση του κύριου Κουμουτσάκου.

Ειδικά τώρα, που η νοτιοανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε μια περιοχή διεθνών εντάσεων και αστάθειας ενώ η λύση στο προσφυγικό πρόβλημα που δημιουργείται ανατολικά των συνόρων μας απαιτεί υπερεθνικές συναινέσεις, η Πατρίδα μας δεν μπορεί να μετεωρίζεται. Δεν μπορεί να αναζητά στο εσωτερικό, τη δική της εθνική συνεννόηση αλλά οφείλει να έχει ενιαία στρατηγική και συμπαγή εθνικό λόγο στα διεθνή fora.

Άλλωστε συναίνεση δε σημαίνει κατ' ανάγκη το σχηματισμό μιας οικουμενικής κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο άλλωστε, θα ήταν καταστροφικό καθώς πιθανή συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας σε έναν ευρύτερο κυβερνητικό σχηματισμό θα σήμαινε αυτομάτως την αναγόρευση της νεοναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής σε αξιωματική αντιπολίτευση με ότι αυτό συνεπάγεται ως προς τα προνόμια του κοινοβουλευτικού διαλόγου. Φαντάζομαι πως κανένας δημοκρατικός πολίτης ανεξαρτήτως πολιτικής γεωγραφίας θα ήθελε να βλέπει να απαντά στον κύριο Τσίπρα, στον εκάστοτε κύριο Τσίπρα στην ώρα του πρωθυπουργού, ο Νίκος Μιχαλολιάκος.

Αντιθέτως, συναίνεση σημαίνει συμφωνία για κοινούς στόχους έναντι των δανειστών με τη συγκρότηση μιας εθνικής διαπραγματευτικής αποστολής με υπερκομματικά χαρακτηριστικά. Σημαίνει χαμήλωμα των τόνων, ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου επί της ουσίας κι όχι με κορώνες που ακούγονται όμορφα στη θαλπωρή της αντιπολιτευτικής απραξίας αλλά δεν έχουν σχέση με τη σκληρή πραγματικότητα. Σημαίνει ακόμη, την ψήφιση όπου είναι αναγκαίο, νομοσχεδίων και από την αντιπολίτευση αλλά και παραδοχή λαθών και αποδοχή τροποποιήσεων προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου από μέρους της κυβέρνησης.

Είναι αυτός ο ιστορικός συμβιβασμός που θα αποτρέψει τη χρεοκοπία της χώρας αλλά θα επιτρέψει τη χρεοκοπία του λαϊκισμού και του πολιτικού μας χτες. Τη χρεοκοπία της βασικής αιτίας δηλαδή για την ανακύκλωση της κρίσης.

Όσο για τους όψιμους "¨αριστερούς" και "κεντροαριστερούς" τιμητές της κυβέρνησης καλό είναι να κάνουν κι εκείνοι την αυτοκριτική τους. Να διαλέξουν τον έντιμο δρόμο του πολιτικού κόστους ή τον αδιέξοδο κι ανέξοδο λαϊκισμό.Να διαλέξουν τέλος και σε ποια "αριστερά" θέλουν να μοιάσουν και να ανήκουν. Την Αριστερά του Μπερλινγκουέρ ή των "Στρατούληδων"? 

Γιατί στη δεύτερη περίπτωση η χώρα θα εγκλωβιστεί στο ιλαροτραγικό σενάριο που θα διαθέτει δυο πολύχρωμα και πολυκομματικά ΣΥΡΙΖΑ.

Ένα στην κυβέρνηση και ένα στην αντιπολίτευση.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Γιατί έπεσε τελικά ο Γιώργος Παπανδρέου;

Με τη φετινή 11η Νοεμβρίου συμπληρώνονται 4 χρόνια από την παραίτηση του Γιώργου Παπανδρέου και την τελευταία μονοκομματική και αμιγώς "προοδευτική" τουλάχιστον κατά την πολιτική γεωγραφία κυβέρνηση που σχηματίσθηκε στη χώρα μας τα χρόνια της Κρίσης.

Ωστόσο το ερώτημα που παραμένει ως τώρα επίκαιρο είναι τι κέρδισε η χώρα σήμερα, τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά την ανατροπή του Γιώργου Παπανδρέου?

Κέρδισε σε μεταρρυθμίσεις, σε καλύτερη "διαπραγμάτευση" με τους εταίρους ή μήπως σκίστηκαν τα Μνημόνια όπως διατείνονταν σε όλους τους τόνους οι κύριοι Σαμαράς και Τσίπρας?

Η απάντηση είναι προφανώς και όχι.
Και δυστυχώς η ακόμη πιο θλιβερή παραδοχή είναι ότι η χώρα μας έχασε σε όλα τα μέτωπα.

Έχασε 4 χρόνια να αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης και την ανάγκη να αλλάξουμε την αρχιτεκτονική της Δημόσιας Διοίκησης, να συγκρουστούμε με τον οικονομικό και κρατικίστικο παρασιτισμό ώστε να απαλλαγούμε από τους λόγους που οδήγησαν την πατρίδα μας στην ανάγκη των μνημονίων.
Έχασε η Ελλάδα με τις καθυστερήσεις αναγκαίων μεταρρυθμίσεων παραμένοντας μετέωρη, τη στιγμή που η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος λύνουν τα δικά τους μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Και είναι αυτές οι καθυστερήσεις που προέκυψαν είτε από τις δήθεν αντιμνημονιακές κορώνες της αντιπολίτευσης είτε από το διάστημα επικοινωνιακής διαχείρισης της πολιτικής μεταμόρφωσης των πρώην αντιμνημονιακών από την πραγματικότητα της πλατείας στην αλήθεια των αριθμών και τη θαλπωρή των υπουργικών εδράνων.
Έχασαν οι πολίτες που κλήθηκαν να σηκώσουν κι άλλα βάρη, να πληρώσουν με νέα μνημόνια αυτοί για τις ολιγωρίες εκείνων που δεν ήθελαν να αναλάβουν το δικός τους πολιτικό κόστος.
Πληρώσαμε και συνεχίζουμε να πληρώνουμε το κόστος του λαϊκισμού και της συνωμοσιολογίας. Χάσαμε έτσι σε λογική, ενότητα και κοινωνική συνοχή, διχασμένοι κάτω από με ένα ψεύτικο δίλημμα, αυτό του δήθεν "αντιμνημονίου".
Χάσαμε σε επίπεδο Δημοκρατίας με την πολιτική εκτροπή της ανατροπής ενός εκλεγμένου πρωθυπουργού να περνά στα ψιλά γράμματα και τους νεοναζί να καταλαμβάνουν διαρκώς παρά την αποκάλυψη του πραγματικού εγκληματικού τους προσώπου , την 3η θέση στο κοινοβούλιο.
Τώρα κινδυνεύουμε να χάσουμε μια ολόκληρη γενιά.
Μια γενιά νέων εργαζομένων υψηλών προσόντων και επιστημόνων που εγκαταλείπουν τη χώρα σε νέα μεγάλη, ακαδημαϊκή αυτή τη φορά μετανάστευση αλλά και εκείνων που παραμένουν εγκλωβισμένοι εδώ σε ένα μέλλον αβεβαιότητας και ανεργίας.

Κι όμως σήμερα, 4 χρόνια μετά δεν υπάρχει κανείς λογικός πολίτης ανεξαρτήτως πολιτικής καταγωγής που να διαφωνεί με τη Διαύγεια, με τη διαφάνεια στο κράτος και την ανάρτηση των αποφάσεων της Διοίκησης στο διαδίκτυο.

Δεν υπάρχει κανείς που να διαφωνεί με την απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, με την πρόσληψη σε υψηλά ιστάμενες διοικητικές θέσεις μέσω βιογραφικού και opengoverment αντί του 4-2-1 των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ- ΔΗΜΑΡ και το προηγούμενο καθεστώς του διορισμού με μοναδικό κριτήριο την κομματική αφοσίωση.

Δεν υπάρχει ακόμη κανείς προοδευτικός πολίτης που να διαφωνεί με το νόμο για την ιθαγένεια, το νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τη φορολόγηση των offshore εταιριών και το ασυμβίβαστο της ιδιοκτησίας τους με υπουργικές θέσεις και πόσα άλλα.
Από την ηλεκτρονική συνταγογράφηση που μείωσε τη φαρμακευτική δαπάνη και έσπρωξε τον κύριο Γιαννακόπουλο στην πολιτική αγκαλιά των κύριων Τσίπρα-Καμμένου ως τη νομοθετική κατοχύρωση του θεσμού του οικονομικού εισαγγελέα.

Όλα αυτά είναι μερικά μόνο από τα νομοθετήματα της κυβέρνησης Παπανδρέου.
Νομοθετήματα που αποτελούν προϊόν κοινής λογικής και σκαλοπάτι για την πραγμάτωση του αυτονόητου που είναι η διαμόρφωση μια ευνομούμενης πολιτείας.

Κι όμως για αυτές του τις πολιτικές επιλογές ο Γιώργος Παπανδρέου δέχτηκε έναν ανελέητο και αήθη πολιτικό και προσωπικό πόλεμο εντός και εκτός του κόμματος του.

Κι αν σήμερα όλα αυτά να μοιάζουν ευκόλως εννοούμενα, τότε δεν ήταν.
Δεν ήταν όταν όλοι οι πολιτικοί χώροι και τα ΜΜΕ για δικές τους σκοπιμότητες ο καθένας αποσιωπούσαν τις τεράστιες ευθύνες της κυβέρνησης Καραμανλή για την εκτίναξη χρέους και ελλείμματος και τη στατιστική απάτη που αυτή διέπραξε σε βάρος των πολιτών.
Δεν ήταν όταν ο κύριος Σαμαράς δεν συνυπέγραφε το "λάθος" που θα εφάρμοζε με ακραίο ίσως τρόπο ως πρωθυπουργός ή όταν το ευρώ δεν ήταν φετίχ, ο Ολάντ ήταν "Ολαντρέου" και ο Παπανδρέου "Πινοτσέτ" για τον μνημονιακό πλέον κύριο Τσίπρα.

Δεν ήταν ευκόλως εννοούμενα ακριβώς 4 χρόνια πριν όταν κάποιοι εντός του ΠΑΣΟΚ με σύμμαχο την κομματική διαφθορά και τη δυσαρέσκεια όσων είχαν συνηθίσει το κράτος ως φέουδο, θα χρησιμοποιούσαν την εθνική κρίση για να πετύχουν μια εσωκομματική ρεβάνς.
Ήταν αυτοί που μέσω μιας μικρής ομάδας βουλευτών διακινδύνευσαν την πορεία της χώρας όταν απειλούσαν να καταψηφίσουν την 6η δόση και την αμέσως επόμενη πρόταση δημοψηφίσματος αλλά θα ψήφιζαν λίγες μέρες μετά τα ίδια ακριβώς μέτρα που αρνούνταν ως χτες.
Τα ίδια μέτρα με μια μικρή διαφορά.
Με τη χώρα σαφώς αποδυναμωμένη χωρίς όμως τον Παπανδρέου πρωθυπουργό και στη θέση του τον μη εκλεγμένο κύριο Παπαδήμο και υπουργούς τους κυρίους Βορίδη και Γεωργιάδη.

Ήταν αυτοί που προσπάθησαν να κερδοσκοπήσουν πολιτικά από την ιστορία των Καννών μαζί με το σύνολο της αντιπολίτευσης,
Κι αν οι κύριοι Τσίπρας και Σαμαράς πέτυχαν και κέρδισαν την πρωθυπουργία εκείνοι παρέμειναν μόνιμοι αντιπρόεδροι και συρρίκνωσαν τον πολιτικό τους χώρο.

Σήμερα, κύκλοι κοντά σ'α αυτούς τους φανερούς όσο και τους αφανείς πρωταγωνιστές μιλούν για τη Σοσιαλδημοκρατία, το Δημοκρατικό Σοσιαλισμό, την ανάγκη για ένα ελληνικό Epinay όπως
συνέβη με το ενωτικό συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Γαλλία που σήμανε και την αφετηρία της πολιτικής κυριαρχίας του Φρανσουά Μιττεράν στο ευρύτερο προοδευτικό πολιτικό φάσμα.

Μιλούν για λέξεις που ακούγονται ωραία αλλά ζυγίζονται δύσκολα στην πράξη.

Μιλούν για τη σοσιαλδημοκρατία χωρίς όμως ίχνος αυτοκριτικής.
Ξεχνούν ότι η εκσυγχρονισμένη "σοσιαλδημοκρατία" του 90' στην ευρωπαϊκή και την πιο κιτς ελληνική εκδοχή της, ήταν αυτή που παρέδωσε πολιτικά τα όπλα της, που είναι η δίκαιη αναδιανομή του πλούτου μέσω της φορολογίας.
Τα παρέδωσε όταν δεν μίλησε για τους φορολογικούς παραδείσους, όταν επέτρεψε τη βιομηχανική μετανάστευση των μέσων παραγωγής από την Ευρώπη στην Ασία και την εκεί διαμόρφωση ενός ασφυκτικού, αυταρχικού καπιταλισμού που η οικονομική ανάπτυξη δε συνεπάγεται την ανάπτυξη του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων και των κοινωνικών τους δικαιωμάτων.
Γιατί η στρατηγική ήττα της σοσιαλδημοκρατίας είναι η ήττα των  "Παπανδρέου", των "Μίλλιμπαντ" ή των "Μπράουν", αυτών που μιλούν για το φόρο Τόμπιν, το φόρο επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, έναντι των μονεταριστών της "Αριστεράς".
Αυτών που όπως ο κύριος Μπλαιρ μπορεί να έπαιρναν τα ίδια μέτρα με την κυρία Θάτσερ αλλά είχαν ένα αστραφτερό αριστερό χαμόγελο όπως κάνει τώρα ο κύριος Τσίπρας εδώ.

Μιλούν για Epinay.
Ξεχνούν πως στο συνέδριο του Epinay κέρδισε η πρόταση κοινού προγράμματος με το ισχυρότερο τότε εκλογικά κομμουνιστικό κόμμα, η αριστερή εκδοχή του σοσιαλιστικού και σοσιαλδημοκρατικού κινήματος και όχι ο εναγκαλισμός με την ακροδεξιά των Μπαλτάκων.

Γιατί το πρόβλημα της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα δεν έγκειται στο γεγονός ότι δεν έχει έναν Φρανσουά Μιττεράν ή έστω έναν αντι-Τσίπρα.
Από τους τελευταίους διαθέτει πολλούς, ίσως περισσότερους από ότι μπορεί να αντέξει.
Αυτό που δεν διαθέτει όμως είναι μια κοινή αφήγηση για το μέλλον και κυρίως για το πρόσφατο παρελθόν της.

Γιατί κάπου στην πολιτική αριθμητική, στις προσθέσεις και στις αφαιρέσεις, στη εξίσωση των δήθεν σοσιαλδημοκρατών θα είναι πάντα δύσκολο να παντρέψουν την πολιτική θεωρία του Ανδρέα Παπανδρέου, του Μιττεράν ή του Σοάρες με την πολιτική πρακτική του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Γιατί στις πράξεις της δικής τους πολιτικής αφήγησης δεν θα βγαίνει πάντα το κρίσιμο ερώτημα:

"Γιατί τελικά έπεσε ο Γιώργος Παπανδρέου:"







Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Το Δίστομο μας περιμένει ακόμη....

Η σφαγή του Διστόμου αλλά και ευρύτερα η διεκδίκηση των οφειλόμενων από μέρους του γερμανικού δημοσίου αποζημιώσεων δεν είναι ένα θέμα που πρέπει να προσεγγίζεται επετειακά ή για λόγους εντυπώσεων που αφορούν μόνο τα κομματικά ακροατήρια.

Δεν μπορεί να λογίζεται ως ένα "ελ Ντοράντο" εσόδων δημαγωγικής ευκολίας που θα μας επιτρέψει δήθεν να αποφύγουμε άλλες μας υποχρεώσεις μα με το σεβασμό που αρμόζει στην αξία της ανθρώπινης ζωής, την αξία των ζωών που χάθηκαν στο Δίστομο και σε όλη την Ελλάδα και την Ευρώπη.

Είναι ζήτημα όχι μόνο ελληνικής αλλά διεθνούς συλλογικής μνήμης, ζήτημα Δημοκρατίας και πολιτικής ηθικής.
Είναι ένα μεγάλο θέμα εθνικής αλλά και πανανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η πρόσφατη εμπειρία της απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για το ζήτημα όχι των πολεμικών επανορθώσεων αλλά της αποζημίωσης των συγγενών των θυμάτων του Διστόμου, παρά την σε πρώτη φάση αρνητική έκβαση της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέλος της διεκδίκησης αλλά ως σκαλοπάτι μιας εξελικτικής νομικής διαδικασίας, μιας πορείας προς την τελική δικαστική δικαίωση.

Μιας πορείας που για να φτάσει στη Χάγη πέρασε από το Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, το Εφετείο Αθηνών και τον Άρειο Πάγο ως τα δικαστήρια της Φλωρεντίας.

Μια πορεία που ξεκίνησε το 1997 όταν ο ο δικηγόρος και πρώην ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Ι.Σταμούλης κατέθεσε ομαδική αγωγή των συγγενών των 218 θυμάτων της σφαγής του Διστόμου κατά του γερμανικού δημοσίου ζητώντας αποζημίωση για ψυχική οδύνη αλλά και για τις καταστροφές που προκάλεσαν τα ναζιστικά στρατεύματα, πυρπολώντας τα σπίτια ολόκληρου του χωριού.

Η απόφαση του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς τότε, επιδίκασε περίπου 9,5 δισ. δραχμές στους συγγενείς των νεκρών του Διστόμου. Η αποζημίωση αυτή όμως αφορούσε μόνο την ηθική ικανοποίηση των συγγενών κι όχι τις υλικές ζημίες.
Οι εκπρόσωποι του γερμανικού δημοσίου προσέφυγαν στο Εφετείο Αθηνών το οποίο έκρινε ορθή την απόφαση του Πρωτοδικείου. Το ίδιο έπραξε λίγο αργότερα και ο Άρειος Πάγος όταν οι Γερμανοί προσέφυγαν κατά της απόφασης του Εφετείου με την υπόθεση να εκδικάζεται στην Ολομέλεια και με  την απόφαση υπ΄αριθμ. 12 του 2000 ,με 16 υπέρ και 4 κατά, να απορρίπτει τελικά τη "γερμανική" προσφυγή.

Ωστόσο, παρά τις διαδοχικές νίκες των Διστομιτών και την άρνηση του γερμανικού δημοσίου να ικανοποιήσει την απόφαση του δικαστηρίου, κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στο γερμανικό δημόσιο ουδέποτε έγινε στην Ελλάδα.

Κι αυτό γιατί σύμφωνα με το άρθρο 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση κατά αλλοδαπού δημοσίου χωρίς την  προηγούμενη χορήγηση άδειας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης για λόγους που αφορούν προφανώς στις διεθνείς σχέσεις και την εξωτερική πολιτική της πατρίδας μας.

Η άδεια αυτή δεν δόθηκε ποτέ.

Τη λύση όμως έδωσε έστω και προσωρινά ο Κανονισμός 44/2001 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που ορίζει ότι απόφαση εκτελεστή σε μια χώρα εκτελείται και στις υπόλοιπες  χώρες της Ενωμένης Ευρώπης.
Συνεπώς, αμετάκλητες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων όπως αυτή του Πρωτοδικείου της Λιβαδειάς θα μπορούσαν να κηρυχτούν εκτελεστές σε άλλο κράτος- μέλος της Ε.Ε.

Η προσφυγή του γερμανικού δημοσίου στο Πρωτοδικείο Φλωρεντίας, του τόπου που συνιστούσε και τον τόπο εκτέλεσης που επέλεξε ο Ι. Σταμούλης, πυροδότησε τις εξελίξεις.

Η προσπάθεια ακύρωσης των εκεί κατασχέσεων και η ακολουθούμενη απόρριψη της προσφυγής αυτής σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο Φλωρεντίας με το Corte Suprema di Cassazione, τον ιταλικό Άρειο Πάγο να αποφαίνεται τελικά καταφατικά ως προς τη νομιμότητα των κατασχέσεων οδήγησαν τη Γερμανία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Στη διαμάχη αυτή Ιταλίας - Γερμανίας με φόντο τη σφαγή του Διστόμου η ελληνική κυβέρνηση υπό τον Γιώργο Παπανδρέου σε μια κίνηση ισχυρού πολιτικού συμβολισμού και παρά την αρνητική δημοσιονομική συγκυρία για τη χώρα μας, έπραξε αυτό που θεωρούνταν μεν, όμως δεν ήταν στην πράξη ως τότε, αυτονόητο.

Άσκησε παρέμβαση υπέρ της ιταλικής επιχειρηματολογίας και συνεπώς υπέρ της ικανοποίησης των αξιώσεων των συγγενών των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας στο Δίστομο αξιοποιώντας το δικαίωμα που της δίνει το άρθρο 62 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου το οποίο και είναι προσαρτημένο στο Χάρτη του ΟΗΕ.

Ήταν "η πρώτη φορά που ελληνική κυβέρνηση έπαιρνε θέση" στο εν λόγω ζήτημα όπως θα πει η δικηγόρος των συγγενών των θυμάτων Κ.Σταμούλη.

Ή μάλλον καλύτερα η πρώτη φορά που ελληνική κυβέρνηση έπαιρνε ξεκάθαρα θέση υπέρ των Διστομιτών.

Μιας και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις υπήρξαν αρνητικές όταν χρειάστηκε η αρωγή τους κυρίως ως προς τη χορήγηση της άδειας που προβλέπει το άρθρο 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στάση που εκφράστηκε μέσα από  την άρνηση των εκάστοτε Υπουργών Δικαιοσύνης να επιτρέψουν την εκτέλεση της απόφασης του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς κατά των εν Ελλάδι περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού δημοσίου.

Ωστόσο, η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου δεν δικαίωσε τις όποιες προσδοκίες.

 Οι κατά πολλούς "διστακτική" απόφαση του είχε ως γνώμονα να διατηρήσει ισορροπίες και να μη δημιουργήσει κλίμα νομικής ανασφάλειας μέσα από αλλεπάλληλες αντίστοιχες περιπτώσεις συγγενών θυμάτων ανά την Ευρώπη που πιθανόν η ηθική τους ικανοποίηση να οδηγούσε σε διακρατικές εντάσεις και δικαστικές διενέξεις.

 Βέβαια, η οχύρωση της Γερμανίας πίσω από την αρχή της ετεροδικίας, της κατά τα άλλα αυτονόητης, εθιμικής κρατικής ασυλίας που επιτρέπει την μη υπαγωγή ενός κράτους στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων άλλων κρατών χωρίς τη θέλησή του, είναι τουλάχιστον αναχρονιστική κι ασυμβίβαστη με κάθε αίσθημα δικαίου.

"Διότι δεν μπορεί η Γερμανία να παραδέχεται ανοιχτά ότι πραγματοποίησε τη σφαγή στο Δίστομο αλλά να μην επιθυμεί η παραδοχή αυτή να έχει κάποια πρακτική συνέπεια."

Άλλωστε όπως έχει υποστηριχθεί από έγκριτους Έλληνες και Ευρωπαίους νομικούς και διεθνολόγους, εγκλήματα όπως αυτά που διέπραξαν οι Ναζί στο Δίστομο προσβάλλουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και συνιστούν ius cogens οπότε και υπερισχύουν κάθε άλλης αρχής του διεθνούς δικαίου.
Αυτή υπήρξε άλλωστε και  η λογική που επέτρεψε την άμβλυνση της έννοιας της ετεροδικίας τόσο κατά τον δικό μας Άρειο Πάγο όσο και κατά το ιταλικό Ανώτατο Δικαστήριο.

Έτσι, αν και παρότι το Διεθνές Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν μπορούν να εκτελεστούν σε ιταλικό έδαφος οι δικαστικές αποφάσεις εις βάρος της Γερμανίας, δεν αποκλείει ότι, ο δικαστικός αγώνας μπορεί να συνεχιστεί τελικά, ακόμη και σε γερμανικά δικαστήρια που έχουν στο παρελθόν δικαιώσει θύματα του πολέμου.

Παράλληλα, οφείλει να αξιοποιηθεί η έστω σημειολογικού χαρακτήρα προτροπή του Προέδρου του Δικαστηρίου, Hisashi Owada για την έναρξη διαπραγματεύσεων με σκοπό την αποζημίωση των συγγενών των θυμάτων.
Διαπραγματεύσεις οι οποίες δεν ξεκίνησαν και δεν έγιναν ποτέ.

Γι' αυτό και -όπως έχει υποστηρίξει και ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πάντειου Πανεπιστήμιου, Στέλιος Περράκης, που εκπροσώπησε τη χώρα μας στη Χάγη,- υπό τις παρούσες συνθήκες θα ήταν χρήσιμη η διατύπωση μιας ρηματικής διακοίνωσης που θα θέτει εκ νέου το ζήτημα και θα προσκαλεί τη γερμανική κυβέρνηση σε διάλογο.

Ρηματική διακοίνωση που δε σημαίνει ασφαλώς την αφετηρία μιας πολεμικού τύπου αντιπαράθεσης με μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση αλλά την αφετηρία διαλόγου για την επίλυση μιας υπαρκτής διαφοράς υπό το φως του διεθνούς δικαίου και της πολιτικής διπλωματίας.

Σε όλα αυτά  υπάρχει ένας εύλογος αντίλογος.

Μα είναι δυνατόν η Ελλάδα με δεδομένη την δημοσιονομική πραγματικότητα και την πολιτική και οικονομική δυναμική της Γερμανίας να επιλέξει την ανακίνηση ενός τόσο έντονα φορτισμένου πολιτικά, οικονομικά και συναισθηματικά ζητήματος?

Ένα έμπειρο διπλωματικό μάτι, με τη ψυχρή υπολογιστική θεώρηση της ανάλυσης των συνθηκών ίσως επέμενε περισσότερο στην ανάγκη στάθμισης του διεθνούς πολιτικού περιβάλλοντος και τη δυνατότητα πειστικής προβολής της όποιας αξίωσης.
Όμως η πραγματικότητα, η ζωή και η κυρίως η ηθική δικαίωση δεν χωρούν σε δοκιμαστικούς σωλήνες.
Οι συνθήκες μπορεί να μην είναι ποτέ ώριμες.
Η πολιτική ηγεσία της πατρίδας μας ωστόσο οφείλει να τις συνδιαμορφώσει ώστε να ωριμάσουν. Οφείλει να  προετοιμάσει το έδαφος με την κατάλληλη πολιτική και κυρίως νομική προπαρασκευή.

Σε κάθε περίπτωση όχι μόνο το Δίστομο αλλά δεκάδες μαρτυρικές περιοχές σε όλη την Ελλάδα, τα Καλάβρυτα, η Κάνδανος, το Λιδωρίκι στέκονται εκεί για να μας υπενθυμίζουν το ιστορικό μας καθήκον ως πολίτες και ως κοινωνία.

Το καθήκον όχι εκδίκησης αλλά διεκδίκησης της αποκατάστασης της Δικαιοσύνης και του δικαιώματος στην Ιστορική Μνήμη, μέσα σε ένα περιβάλλον αλληλεγγύης, πραγματικής συνεργασίας και διακρατικής συνεννόησης.
Ένα περιβάλλον  που θα τιμά το παρελθόν και θα ελπίζει στο παρόν και το μέλλον που είναι η προστασία του ανθρώπου και των θεμελιωδών του δικαιωμάτων.

Στο δρόμο της δικαίωσης, η απόφαση της Χάγης δεν είναι τέλος αλλά στάση και επαναχάραξη της πορείας μας  προς τον τελικό προορισμό.

Σ' αυτό το ανηφορικό μονοπάτι, το Δίστομο μας περιμένει ακόμη...

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Το Σχολείο της Αλλαγής ή της "Απαλλαγής"?

Προσωπικά, παρά το σχετικό ενθουσιασμό που επικρατεί, είμαι από αυτούς που δεν θεωρούν την απλοποίηση της δυνατότητας απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών ως πρόοδο ή έστω ως μια, κάποια, μεταρρύθμιση στο Εθνικό Σύστημα Παιδείας. Κι αυτό γιατί πρόοδος, δεν είναι η απαλλαγή από ένα μάθημα αλλά η αλλαγή του προσανατολισμού του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Τι, το τόσο ρηξικέλευθο έγινε λοιπόν? Αντί να αλλάξουμε το μάθημα των "Θρησκευτικών" από μια στείρα αποστήθιση, από την ανακύκλωση εν πολλοίς της δικής μας θρησκευτικής παράδοσης και να διαμορφώσουμε ένα σύγχρονο μάθημα Θρησκειολογίας -τουλάχιστον από τα γυμνασιακά χρόνια - με συγκριτικό ενδιαφέρον για τις κοινές υπαρξιακές ανησυχίες όλων των λαών, τι κάναμε? Στείλαμε στην ουσία περισσότερα παιδιά εκτός της αίθουσας. Τα στείλαμε σε άλλη μια "κενή" ώρα όπως εκείνες τις "κενές" ώρες που υφίστανται στα δημόσια σχολεία λόγω των ελλείψεων διδακτικού προσωπικού. Επιλέξαμε, επέλεξε η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου να απαλλάξει αντί να αλλάξει το μάθημα, αντί να βάλει πλάι πλάι, μες στην ίδια τάξη όλα τα παιδιά ανεξαρτήτως θρησκευτικής καταγωγής με ένα μάθημα που θα ήταν σε θέση να παρακολουθήσουν άπαντες. Ένα μάθημα που θα σέβεται τις ιδιαιτερότητες και θα πραγματώνει όχι την ανεξιθρησκεία αλλά την επιταγή του άρθρου 13 του Συντάγματος που είναι Θρησκευτική Ελευθερία. Σε ένα σχολείο που θα διδάσκει την Ελευθερία στην επιλογή, την Ανεκτικότητα στο διαφορετικό, το Σεβασμό και την Κοινότητα της αγωνίας, του πόνου και της χαράς όλων των ανθρώπων. Γιατί άραγε ποιος έχει ολοκληρωμένη θρησκευτική αντίληψη ως μαθητής πέραν αυτής που του έδωσαν συνειδητά ή ασυνείδητα η κοινωνία, ο περίγυρος και κυρίως οι γονείς του? Επομένως, η απαλλαγή από ένα μάθημα με μια απλή υπογραφή των γονέων δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι μια απλή επιβεβαίωση της άσκησης της γονικής μέριμνας. Μεταρρύθμιση είναι η συγκριτική μελέτη των θρησκειών με την οποία ο άνθρωπος επιλέγει ελεύθερα, καταννοεί, υπερβαίνει τις απλουστευτικές διακρίσεις και κυρίως μαθαίνει να συνυπάρχει. Γιατί πότε άλλοτε λοιπόν, αυτή η άσκηση στη συνύπαρξη, το "μάθημα" στην ανοχή και τη συνεργασία ήταν πιο επίκαιρο για την κοινωνία μας? Πιο επίκαιρο από τώρα που η χώρα μας είναι μέλος μιας υπερεθνικής πολυπολιτισμικής οικογένειας και μεταναστευτικό σταυροδρόμι? Γι' αυτό και ναι, τα θρησκευτικά με την έννοια της σχολικής κατήχησης δεν έχουν θέση σε ένα μοντέρνο σχολείο, σε ένα σχολείο που όλες τις ώρες ο Γιάννης, ο Δημήτρης, ο Αλί ή ο Ιγκόρ μπορούν να κάθονται στο ίδιο θρανίο. Θέση έχει και πρέπει να έχει ένα μάθημα όπως η θρησκειολογία μέσα από ένα συνολικά αναμορφωμένο και σύγχρονο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με έμφαση στον εθελοντισμό και την κοινωνική και πολιτική αγωγή των νέων. Με μαθήματα "ζωής" σε ένα Σχολείο όχι της "απαλλαγής" αλλά της Αλλαγής Νοοτροπίας, της συμμετοχής και της δημιουργίας. Το Σχολείο για το όποιο αξίζει να παλέψουμε...